παρασκευάζω

κατα|σκευάζω / παρα|σκευάζω подготавливать, припасать; снаряжать, устраивать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "παρασκευάζω" в других словарях:

  • παρασκευάζω — pres subj act 1st sg παρασκευάζω pres ind act 1st sg παρασκευάζω pres subj act 1st sg παρασκευάζω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευάζω — παρασκευάζω, παρασκεύασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παρασκευάζω — ΝΑ, και παρασκεάζω Α 1. προετοιμάζω 2. προμηθεύομαι τα αναγκαία υλικά και ετοιμάζω για χρήση κάτι που δεν υπήρχε προηγουμένως (α. «παρασκευάζω δείπνο» β. «παρασκευάζω φάρμακο») 3. (σχετικά ιδίως με μαθητές ή στρατιωτικούς) εξασκώ, προγυμνάζω… …   Dictionary of Greek

  • παρασκευάζω — [парасксвазо] р. готовить, приготовлять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • παρασκευάζω — παρασκεύασα, παρασκευάστηκα, παρασκευασμένος 1. ετοιμάζω κάτι για χρήση, προετοιμάζω. 2. μέσ., παρασκευάζομαι, προετοιμάζομαι: Για τις εκδρομές υπάρχουν παρασκευασμένα φαγητά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρασκευάζεσθε — παρασκευάζω pres imperat mp 2nd pl παρασκευάζω pres ind mp 2nd pl παρασκευάζω pres imperat mp 2nd pl παρασκευάζω pres ind mp 2nd pl παρασκευάζω imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) παρασκευάζω imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευάζετε — παρασκευάζω pres imperat act 2nd pl παρασκευάζω pres ind act 2nd pl παρασκευάζω pres imperat act 2nd pl παρασκευάζω pres ind act 2nd pl παρασκευάζω imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) παρασκευάζω imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευάζῃ — παρασκευάζω pres subj mp 2nd sg παρασκευάζω pres ind mp 2nd sg παρασκευάζω pres subj act 3rd sg παρασκευάζω pres subj mp 2nd sg παρασκευάζω pres ind mp 2nd sg παρασκευάζω pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευάσουσι — παρασκευάζω aor subj act 3rd pl (epic) παρασκευάζω fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) παρασκευάζω fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) παρασκευάζω aor subj act 3rd pl (epic) παρασκευάζω fut part act masc/neut dat pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευάσουσιν — παρασκευάζω aor subj act 3rd pl (epic) παρασκευάζω fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) παρασκευάζω fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) παρασκευάζω aor subj act 3rd pl (epic) παρασκευάζω fut part act masc/neut dat pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρασκευάσω — παρασκευάζω aor subj act 1st sg παρασκευάζω fut ind act 1st sg παρασκευάζω aor subj act 1st sg παρασκευάζω fut ind act 1st sg παρασκευάζω aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) παρασκευάζω aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.